- εξαχνώνω
- εξάχνωσα, εξαχνώθηκα, εξαχνωμένος, και (ε)ξαχνίζω μτβ.1. υποβάλλω σε εξάχνωση (βλ. λ.).2. αποχωρίζω την άχνη (βλ. λ.) από κάποιο σώμα.3. φυσώ τους αχνούς (ατμούς) ζεστού ποτού ή φαγητού για να το κρυώσω.4. γιαχνίζω (βλ. λ.).
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.