εξαχνώνω

εξαχνώνω
εξάχνωσα, εξαχνώθηκα, εξαχνωμένος, και (ε)ξαχνίζω μτβ.
1. υποβάλλω σε εξάχνωση (βλ. λ.).
2. αποχωρίζω την άχνη (βλ. λ.) από κάποιο σώμα.
3. φυσώ τους αχνούς (ατμούς) ζεστού ποτού ή φαγητού για να το κρυώσω.
4. γιαχνίζω (βλ. λ.).

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • εξαχνώνω — και εξαχνώ, όω υποβάλλω σε εξάχνωση, εξαχνίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < εκ + άχνη. Η λ. εξαχνώ μαρτυρείται από το 1887 στον Κ. Χρηστομάνο] …   Dictionary of Greek

  • εξάχνωση — Η άμεση μετάβαση μιας ουσίας από τη στερεά κατάσταση στην αέρια. Η ε. είναι χαρακτηριστική για μερικές στερεές ουσίες, όπως η καμφορά, η ναφθαλίνη, το θείο, το ιώδιο. Αντίθετα, όταν οι ατμοί αυτών των ουσιών έρθουν σε επαφή με ψυχρά τοιχώματα,… …   Dictionary of Greek

  • (ε)ξαχνίζω — εξάχνισα, εξαχνίστηκα, εξαχνισμένος, βλ. εξαχνώνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”